OI AKΑΔΗΜΙΕΣ ΤΗΣ Π.Α.Ε. ΑΟ Η ΘΗΒΑ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 2007

OI AKΑΔΗΜΙΕΣ ΤΗΣ Π.Α.Ε. ΑΟ Η ΘΗΒΑ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 2007

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΚΑΡΑΒΙ ΧΩΡΙΣ ΠΥΞΙΔΑ !!! ΣΤΟΝ ΩΚΕΑΝΟ !!! Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ !!!























Ποιός θα φροντίσει για την τύχη των Ελλήνων;

Η Ελλάδα αποτελεί πλέον μοναδική περίπτωση εντός της ευρωζώνης όσο και της Ενωσης των «27». Αυτό γιατί βρίσκεται σε καθεστώς πλήρους απεθνικοποίησης. Πέρα από το ποιοι και με ποια κίνητρα φταίνε για αυτό -στο εσωτερικό το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης έχουν οι πολιτικοί, οι τραπεζίτες και τα εκδοτικά συγκροτήματα της επονομαζόμενης διαπλοκής, καθώς και οι κρατικοί υπάλληλοι εξαιτίας του κομματισμού και της διαφθοράς τους-, το πρόβλημα που έχει η Ελλάδα εναπόκειται στην ευρωπαϊκή απορρόφησή της. Κακώς ο κ. Σημίτης και πολύ περισσότερο ο «σημιτισμός» οδήγησαν τα πράγματα εδώ. Θεώρησαν δηλαδή, μαζί με τη συστημικά κυρίαρχη ανάλυση, ότι η μόνη λύση για την Ελλάδα είναι η ΟΝΕ. Η εκχώρησή της στους ξένους, που υπό την «προβιά» του εταίρου την οδήγησαν σε μια τρίτη κατά σειρά βαυαροκρατία.

Οι πολιτικές κυβερνήσεις μετά το τέλος της δικτατορίας των στρατιωτικών εκτίμησαν ότι η Ελλάδα δεν έχει δυνατότητα «αυτοχρηματοδότησης», δηλαδή παραγωγική βάση, πόρους και οργάνωση τέτοια που να μπορεί να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και βιοτικό επίπεδο αναπτυγμένης χώρας του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος. Η λύση λοιπόν ήταν ότι πρέπει να βρεθεί κάποιος να μας «πληρώνει» ως χώρα, έστω και αν παραχωρήσουμε την αυτοτέλειά μας ως έθνος. Σε μια τέτοια διαδικασία οι πρωθυπουργοί και οι κομματικοί ηγέτες περιόρισαν τον ρόλο τους σε αυτόν του διαχειριστή και του διανεμητή πλούτου -κοινοτικών κονδυλίων και επιδοτήσεων- και τίποτα παραπάνω.

Υπήρξε, μάλιστα, μια άτυπη συμφωνία από την εποχή του δικομματισμού ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ., σύμφωνα με την οποία η ένταξη της Ελλάδας στην «πρώτη ταχύτητα» της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν αποτελεί θέμα στην πολιτική και την εκλογική ατζέντα αντιπαράθεσης, αλλά αποτελεί «θέσφατο», κάτι σαν κεντρική και μοναδική στρατηγική επιλογή. Στον άξονα αυτόν και στη βάση ενός πλήρους ελλειπτικού κοινοβουλευτισμού και συγκεντρωτικού αυταρχισμού στο πολιτικό και το επιχειρηματικό καρτέλ που αποτέλεσε την ηγεσία του καθεστώτος που νομιμοποίησε την εξουσία του με το Σύνταγμα του 1975, δεν υπήρξε ζήτημα νομιμοποίησης από τον λαό κεντρικών επιλογών, όπως η ένταξη στην ΕΟΚ, στο ενδιάμεσο πλαίσιο του Μάαστριχτ και τελικά την ΟΝΕ.

Ενδιαφέρον υπάρχει και στο «γύρισμα της ιστορίας» που ξεκινά με τη χρεοκοπία του 2010, όταν ο «σημιτισμός» -που πίστευε και πιστεύει στη σύγχρονη εκδοχή του παγγερμανισμού- θεωρητικά είχε ηττηθεί ιδεολογικοπολιτικά και τη διαχείριση της χώρας είχε αναλάβει μια νεότερη γενιά από την Κεντροαριστερά υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τότε υπήρξε η αποδοχή της χρεοκοπίας μέσω του υπολογισμού των ελλειμμάτων, γιατί διαφορετικά η Ελλάδα δεν ήταν η πρώτη χώρα σε καθεστώς «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» εντός ευρώ, υπό πλήρη επιτροπεία. Στη συνέχεια επιβλήθηκε από την «τρόικα εσωτερικού» η λανθασμένη συνταγή της «μόνιμης χρεοκοπίας» και της τελικής απεθνικοποίησης, με κυβερνήσεις τραπεζιτών και «μεγάλου συνασπισμού» Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ, για να φτάσουμε στην τελευταία ευκαιρία για τους Ελληνες το 2015 με την πρωθυπουργία Τσίπρα και την «πρώτη φορά Αριστερά».

Στη φάση αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί η πλήρης απεθνικοποίηση με εφαρμογή των εκκρεμών Μνημονίων ή να δοκιμάσει πρώτη πάλι η Ελλάδα, πριν από το Brexit και την απορρύθμιση της ευρωζώνης που σήμερα εξελίσσεται, να διαπραγματευτεί την έξοδό της από τη ζώνη του ευρώ, όχι όμως και από την Ενωση. Η «παγίδα» έκλεισε γύρω από τους Ελληνες με το νόθο ως προς τις προθέσεις εφαρμογής δημοψήφισμα. Παραχωρήθηκε η ιδιοκτησία του συνόλου της δημόσιας και της τραπεζικής περιουσίας και τώρα σε καθεστώς κατώτερου του προτεκτοράτου θα απολεσθεί και το μεγαλύτερο μέρος των ιδιωτικών περιουσιών.

Το χειρότερο έως το 2018 η ζώνη του ευρώ και η Ένωση των «27» που γνωρίζουμε θα έχουν μεταλλαχθεί. Ποιος θα φροντίσει για την τύχη των Ελλήνων; Ή μήπως θα παραχωρηθούν σε κάποιον άλλον «διαχειριστή» ως περιουσία της Ε.Ε., χωρίς κανενός τύπου εθνική διαπραγμάτευση;

Mενέλαος Τασιόπουλος
Πηγή "Δημοκρατία"