OI AKΑΔΗΜΙΕΣ ΤΗΣ Π.Α.Ε. ΑΟ Η ΘΗΒΑ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 2007

OI AKΑΔΗΜΙΕΣ ΤΗΣ Π.Α.Ε. ΑΟ Η ΘΗΒΑ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 2007

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ !!!

«Επέτειος 90 χρόνων του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων 1924-2014»
Παράλληλη ιστορία της ελληνικής μεταλλείας

Άρθρο του κ. Χρήστου Καβαλόπουλου 
Γενικού Διευθυντή του ΣΜΕ 

«Πιστεύουμε ότι η επέτειος των 90 χρόνων θα αποτελέσει τη βάση, το σημείο αναφοράς και το παράδειγμα για όλους αυτούς που θα έρθουν μετά από εμάς, παίρνοντας τα ηνία της ελληνικής μεταλλείας και του ΣΜΕ, για να συνεχίσουν την υλοποίηση του οράματος της αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου της χώρας, προς όφελος, πρώτιστα, της ελληνικής κοινωνίας.
Είμαστε βέβαιοι ότι στα 100 χρόνια του Συνδέσμου, θα γιορτάσουμε μια ελληνική μεταλλεία, πιο δυνατή από σήμερα, χωρίς τις αγκυλώσεις του παρόντος, με δυναμικό παρόν και πολλά υποσχόμενο μέλλον».

Όταν προσπάθησα να γράψω την ιστορία του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων και της Ελληνικής Μεταλλείας είχα ένα «βουνό» στοιχεία, φωτογραφίες, κείμενα, μαρτυρίες που δυστυχώς δεν θα μπορούσαν να χωρέσουν σ ένα άρθρο.
Έτσι λοιπόν έκανα μια περίληψη προσπαθώντας να επισημάνω και να προβάλω τα πιο ουσιαστικά σημεία χωρίς να κουράσω αυτούς που θέλουν να ενημερωθούν.

Γιορτάζουμε μια μεγαλειώδη πορεία μέσα στο χρόνο της «Ενώσεως των εν Ελλάδι Μεταλλευτικών και Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων» και του διάδοχου σχήματός της, «Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ)». Παρόμοιο παράδειγμα αδιάκοπης και αέναης λειτουργίας Επιχειρηματικού Συνδέσμου επί 90 συναπτά χρόνια, εξαιρουμένου του ΣΕΒ, δεν συναντάς άλλο στην επιχειρηματική ιστορία του τόπου.

Παράλληλα, τιμούμε και την ξεχωριστή πορεία της ελληνικής μεταλλείας τα τελευταία 90 χρόνια, μέσα στα οποία ενίσχυσε ουσιαστικά την εθνική οικονομία, την περιφερειακή ανάπτυξη, την πρόοδο και την προκοπή αυτού του τόπου, στήριξε την ελληνική βιομηχανία, βοήθησε καθοριστικά στην ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα, στη δημιουργία σημαντικών έργων υποδομής που είχε ανάγκη ο τόπος και στην ανοικοδόμηση της χώρας μετά από τις περιπέτειες των πολέμων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα.

Βασικό όραμα όλα αυτά τα χρονιά κατ’ αρχάς της «Ενώσεως των εν Ελλάδι Μεταλλευτικών και Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων» και του μετέπειτα «Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων», του ΣΜΕ, είναι η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας, προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας. Γι’ αυτό, αυτή η επέτειος είναι αφιερωμένη σε όλους αυτούς που πίστεψαν και μόχθησαν για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας, σε όλους αυτούς που με το επιστημονικό τους έργο ή τις πολιτικές τους αποφάσεις στήριξαν την προσπάθεια αυτή, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, σε όλους αυτούς που εργάστηκαν σκληρά, ενάντια σε μύριες δυσκολίες, για να παραχθεί πλούτος από τα σπλάχνα της ελληνικής γης, ιδιαίτερα σε όλους αυτούς που σφράγισαν με το αίμα τους και τη ζωή τους, την προσπάθεια αυτή.

Περίοδος 1924-1952
Την 1η Μαρτίου 1924, αποφασίζεται στα γραφεία της εταιρείας «Μεταλλουργείων Λαυρίου», η ίδρυση της «Ενώσεως των εν Ελλάδι Μεταλλευτικών και Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων».

Ονόματα λίγο ως πολύ μύθοι στην ιστορία της ελληνικής μεταλλευτικής δραστηριότητας αλλά και της εν γένει οικονοµικής ζωής της χώρας, συγκεντρώθηκαν εκπροσωπώντας είτε προσωπικές είτε ανώνυµες εταιρείες, προκειµένου, ενώνοντας τις δυνάµεις τους, να διεκδικήσουν το µέλλον της ελληνικής µεταλλείας. 

Παραθέτουμε μερικά βασικά ονόματα ιδρυτών και ιδρυτικών μελών:

1. Φερδινάνδος Σερπιέρης (πρόεδρος της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου (ΓΕΜΛ) και γιος του ιδρυτή της Jean - Batiste Serpieri)
2. Βασίλειος Αντωνόπουλος
3. Κωνσταντίνος Νέγρης (ένας από τους μακροβιότερους προέδρους της Ένωσης αλλά και του ΣΕΒ. Συνιδρυτής με το Ν. Κανελλόπουλο της ΑΕΕΧΠ&Λ., των μεταλλείων Κασσάνδρας και του ΤΙΤΑΝ)

Στην πρώτη Γ.Σ. που ήταν και ιδρυτική και έγινε στις 28 Μαΐου 1924, εκλέγεται ως πρόεδρος ο Φ. Σερπιέρης και ως Γενικός Γραμματέας ο Ηλ. Γούναρης. Βασικοί στόχοι και βασικές ενέργειες της Ένωσης τα επόμενα χρόνια ήταν να διευρύνει τον αριθμό των μελών της, να αναγνωριστεί εμπράκτως ως εκπρόσωπος της μεταλλευτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας από την πολιτεία και να καταστεί βασικός συνομιλητής της για τα θέματα του κλάδου.

Προσπαθούν να εμφανιστούν προς τα έξω και να προστατεύσουν τα συμφέροντα των μελών της Ένωσης με στοχευμένες δράσεις όπως:

- Συμμετέχουν στην υπό σύσταση Πανβιομηχανική - Πανεφοπλιστική Ομοσπονδία το 1924
- Παρεµβαίνουν στο τότε Υπουργείο «Γεωργίας, Εµπορίου και Βιοµηχανίας», ζητώντας τη συµπαράστασή του, ώστε να αρθούν οι επιβληθέντες δασµοί από τη Γερµανία και τις Ηνωµένες Πολιτείες Αµερικής στις εισαγωγικές λευκόλιθου από την Ελλάδα (1926)
- Αντιδρούν στους περιορισμούς στην εξαγωγή ελληνικού σιδηρομεταλλεύματος στην Ιταλία

Στη Γ.Σ. το Μάρτιο του 1926, ανακοινώνεται ότι η Ένωση «επιµελήθη της µελέτης ιδρύσεως Ταµείων Συντάξεων των εργατών µεταλλείων κατ’ εφαρµογήν του Ν. 2868 περί υποχρεωτικής ασφάλισης εργατοτεχνιτών». 

Με νέο Δ.Σ. που έχει ως πρόεδρο το Βασίλειο Αντωνόπουλο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταλλουργείων Λαυρίου και ως αντιπρόεδρο τον Κ. Νέγρη, εκπρόσωπο της Α.ΕΕΧ.ΠΛ και των Μεταλλείων Κασσάνδρας, αντιμετωπίζεται το 1927 ένας καταιγισμός νομοσχεδίων που αφορούν στον κλάδο, από θέματα παραγωγής και μεταλλειοκτησίας μέχρι εργασιακά, ατυχήματα και επαγγελματικές ασθένειες.

Στο διάστημα μεταξύ 1930-31, η ελληνική μεταλλεία δοκιμάζεται. Η παγκόσμια οικονομική κρίση τη χτυπά. Στην οµιλία του Προέδρου Β. Αντωνόπουλου, στη Γ.Σ. το Μάρτιο του 1931, αναφέρεται ότι «οι τιµές των µετάλλων εξακολουθούν την κατιούσαν, έφερον εις απόγνωσιν και τας πλέον ευρώστους επιχειρήσεις του κλάδου ηµών».

Την ίδια περίοδο, ιδρύεται η εταιρεία «ΑΜΕ ΜΠΑΡΛΟΣ ΒΩΞΙΤΑΙ ΕΛΛΑΣ», από το Μεταλλειολόγο Μηχανικό Ιωάννη Μπάρλο, ο οποίος και ανακάλυψε στην ευρύτερη περιοχή του ∆ιστόµου, τον πρώτο ελληνικό βωξίτη. Χάρη σ’ αυτόν, η ελληνική µεταλλεία-µεταλλουργία αλλά και ο µετέπειτα ΣΜΕ, θα γνωρίσουν τις επόµενες δεκαετίες µεγάλη πρόοδο και θα αποκτήσουν σηµαντική δυναµική, µε διεθνές αντίκρισµα.

Στη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1931 του ∆.Σ. της Ένωσης, ανακοινώνεται «η δηµοσίευση του περίφηµου ∆ιατάγµατος περί προστασίας του εγχωρίου λιγνίτου», που τόσο είχε προσπαθήσει γι’αυτό η Ένωση.

«Αι δυσχέρειαι (στη δηµοσίευση) οφείλοντο κυρίως εις τας δυσκινήτους και στενοκεφάλους φοροτεχνικάς υπηρεσίας του Υπουργείου των Οικονοµικών», αναφέρεται στα πρακτικά.

Το 1935, με νέο πρόεδρο τον Κ. Νέγρη, το Δ.Σ. της Ένωσης ασχολείται με σημαντικά νομοθετήματα, όπως η κατοχύρωση της µεταλλευτικής ιδιοκτησίας, η ερμηνεία των ορίων, η τύχη των εκπτώτων χώρων και η συνιδιοκτησία των μεταλλείων.
Στη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 1938 και ύστερα από πρόταση των Κ. Νέγρη και Η. Γούναρη, γίνεται µέλος της Ένωσης η εταιρεία Ι. Γ. Λαµπρινίδης µε σοβαρή δραστηριότητα στην παραγωγή λευκόλιθου, η αργότερα µετεξελιχθείσα σε «Ελληνικοί Λευκόλιθοι». Στη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1938, γίνονται δεκτές στην Ένωση οι εταιρείες «Βωξίται Παρνασσού», «Α.Ε. Αργυροµεταλλευµάτων και Βαρυτίνης» και «∆. Σκαλιστήρης».

Σε πολλές από τις συνεδριάσεις του ∆.Σ. της Ένωσης µέσα στο 1938, επανέρχεται το θέµα της επιβάρυνσης των µεταλλευµάτων από το φόρο υπέρ των φυµατικών ναυτικών. ∆ιαχρονική η προσπάθεια της πολιτικής εξουσίας να φορτώνει τις οικονοµικές της αδυναµίες στις πλάτες άλλων.

Με το ξεκίνημα της κατοχής, οι Διοικήσεις των Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, κηρύσσονται έκπτωτες και επιτάσσονται οι εγκαταστάσεις τους και τα εργοτάξια παραγωγής. Η Ένωση υπάρχει περισσότερο τυπικά, προσπαθεί να διασώσει ό,τι μπορεί, προσπαθεί να οργανώσει συσσίτια υπαλλήλων αργουσών μεταλλευτικών επιχειρήσεων, αλλά αποτυγχάνει.

Αυτό που δεν πετυχαίνει η αδύναµη Ένωση και οι Έκπτωτες ∆ιοικήσεις των Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, επιτεύχθηκε από έναν νέο µηχανικό εταιρείας µέλους της Ένωσης, τον Κωνσταντίνο Κονοφάγο. Ο 27χρονος αρχιµηχανικός της ΓΕΜΛ, «κάτω από τη µύτη» των στρατευµάτων Κατοχής, παράγει καθαρό άργυρο, εξασφαλίζοντας µέσω της µαύρης αγοράς και µε τη βοήθεια του Ερυθρού Σταυρού χρήµατα, προκειµένου να οργανωθούν συσσίτια καταρχάς για τους εργαζόµενους της ΓΕΜΛ, στη συνέχεια και για τους παλιούς εργαζόµενους και τέλος και για τους κατοίκους της περιοχής. Έτσι σώζονται 5.000 κάτοικοι του Λαυρίου από την πείνα.

Το 1946, αναλαμβάνει νέο Δ.Σ. της Ένωσης, με πρόεδρο το Σωκράτη Κογεβίνα, με κύριο στόχο την ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης από τη γερμανική κατοχή ελληνικής μεταλλείας, μέσω της πολιτείας, με συγκεκριμένα νομοθετήματα και κίνητρα και μέσω ξένων υποστηρικτικών φορέων (UNRA, σχέδιο Marshall κτλ).

Την ίδια χρονιά, με διάταγμα του 1946, η Σχολή Χηµικών Μηχανικών του ΕΜΠ υποδιαιρείται σε τρία τµήµατα, το τµήµα Χηµικών Μηχανικών, το τµήµα Μεταλλειολόγων Μηχανικών και το τµήµα Μεταλλουργών Μηχανικών. Αυτή είναι η αρχή για τη σηµερινή Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων - Μεταλλουργών Μηχανικών ΕΜΠ. Το ΕΜΠ εκπαιδεύει Έλληνες Μηχανικούς, ειδικούς για την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου της χώρας. Η συµβολή τους στην ανάπτυξη της µεταλλείας στην Ελλάδα, την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισµό των ελληνικών εξορυκτικών επιχειρήσεων, την οικονοµική και κοινωνική αναγέννηση «ξεχασµένων» περιφερειών της χώρας, είναι τεράστια. 

Παράλληλη πορεία και παράλληλη προσφορά έχει και ο γεωλόγος πεδίου, ο γεωλόγος μεταλλείου τον οποίο και αυτόν τιμούμε.
Το 1947, ο Πρόδροµος Μποδοσάκης Αθανασιάδης, γίνεται κύριος της πλειοψηφίας των µετοχών της «Α.Ε.Ε.Χ.Π & Λ»., δίνοντας νέα ώθηση στην ελληνική µεταλλευτική βιοµηχανία όπως και στην ελληνική βιοµηχανία ευρύτερα. Υπήρξε ουσιαστική η συµβολή του, µέσω των εταιρειών του οµίλου του στην επί σειρά ετών λειτουργία του µετέπειτα Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων.

Το Φεβρουάριο 1948 συµφωνείται να υπογραφεί η πρώτη Εθνική Συλλογική Σύµβαση Εργασίας µε τους εργατοτεχνίτες των µεταλλείων, η οποία θα έχει εφαρµογή σε όλες τις µεταλλευτικές επιχειρήσεις της χώρας. 

Το 1950, ιδρύεται η ∆ηµόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισµού (∆ΕΗ), µε σκοπό τον εξηλεκτρισµό της χώρας, κύρια µέσω της εκµετάλλευσης ελληνικού λιγνίτη. Το 1951, η ∆ΕΗ αποκτά το λιγνιτωρυχείο Αλιβερίου και αρχίζει η κατασκευή του ατµοηλεκτρικού σταθµού ΑΗΣ Κάραβου, συνολικής ισχύος 80 MW. Η εξορυκτική δραστηριότητα, περνά πλέον σε άλλη διάσταση οικονοµικών µεγεθών και χρησιµότητας για τον τόπο. Πολλές λιγνιτικές εκµεταλλεύσεις απορροφώνται από τη ∆ΕΗ και παύουν να έχουν εκπροσώπηση στην Ένωσή ή το µετέπειτα ΣΜΕ.

Την ίδια χρονιά ξεκινούν σημαντικές εξαγωγές βαρυτίνης από την «Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης»,
Σ’ αυτήν την πρώτη περίοδο, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό η βιομηχανική εξέλιξη και ανάπτυξη του τόπου τα προσεχή χρόνια.

Περίοδος 1953-1973
Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων ΣΜΕ

Στις 15 Φεβρουαρίου 1952 συγκαλείται η πρώτη Γεν. Συνέλευση του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) του διαδόχου σχήµατος της «Ενώσεως Εν Ελλάδι Μεταλλευτικών και Μεταλλουργικών Επιχειρήσεων». 
Στις 17 Οκτωβρίου 1952 πραγµατοποιείται η πρώτη συνεδρίαση του ∆ιοικητικού Συµβουλίου, του ΣΥΝ∆ΕΣΜΟΥ πλέον ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, όπως µετονοµάσθηκε η Ένωση. 

Από την ημερομηνία αυτή, αρχίζει μία νέα προσπάθεια των μεταλλευτικών επιχειρήσεων της χώρας, να οργανωθούν σε σύγχρονες βάσεις, προκειμένου να προωθήσουν την επίλυση των προβλημάτων τους.

Ο νέος Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων ασχολείται με τη δημιουργία και υπογραφή Σύμβασης Εργασίας, με τη νέα επίσης Ομοσπονδία Μεταλλευτών Ελλάδος (ΟΜΕ). Επίσης ασχολείται με επιδόματα ανθυγιεινής εργασίας, με την επαγγελματική εκπαίδευση-κατάρτιση μεσαίων στελεχών εξορυκτικών εργοταξίων, με την ίδρυση σχολών εκπαίδευσης μεταλλωρύχων και την απορρόφηση ανέργων. Τότε πάλι η αντιμετώπιση της ανεργίας ήταν το τεράστιο θέμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Το 1953 βρίσκει σε πλήρη ανάπτυξη τα «Μεταλλεία Βωξίτου Ελευσίνας» του Δ. Σκαλιστήρη. Η ελληνική μεταλλεία αποκτά νέα διάσταση και ενδυναμώνει σημαντικά σε εσωτερικό και εξωτερικό.

Το 1956, ιδρύεται από τον Πρόδροµο Αθανασιάδη Μποδοσάκη η «Ανώνυµος Ελληνική Μεταλλευτική και Βιοµηχανική Εταιρεία Λιγνιτωρυχείων Πτολεµαΐδος, (ΛΙΠΤΟΛ)», µε σκοπό την αξιοποίηση των λιγνιτών Πτολεµαΐδας µε παράλληλη δηµιουργία µονάδας ηλεκτροπαραγωγής και άλλων βιοµηχανιών που θα χρησιµοποιούσαν το λιγνίτη ως πρώτη ύλη. Η ΛΙΠΤΟΛ, το 1959 εκχωρείται κατά 90% στη ∆ΕΗ. Η ελληνική εξορυκτική βιοµηχανία προσφέρει µοναδικές υπηρεσίες στην ανάπτυξη και εκβιοµηχάνιση της χώρας.

Το τέλος του 1960, βρίσκει το ∆.Σ. του Συνδέσµου να ασχολείται µε την δηµοσιευθείσα στον τύπο σύµβαση για την ίδρυση εργοστασίου αλουµινίου στη χώρα. Οι πρώτες αντιδράσεις των µελών του Συµβουλίου είναι αρνητικές στους όρους της σύµβασης, γιατί θεωρούνται ότι έρχονται σε αντίθεση µε τα συµφέροντα των ελληνικών εξορυκτικών επιχειρήσεων βωξίτη. Η αντίθεση όµως αυτή δεν επανέρχεται στις επόµενες συνεδριάσεις.

Με την ίδρυση της «Αλουµίνιο της Ελλάδος» αλλάζει άρδην το σκηνικό της ελληνικής µεταλλείας. Η ελληνική µεταλλουργία που καθετοποιεί εγχώριες πρώτες ύλες και η µεταλλευτική δραστηριότητα γίνονται ένα. Νέες δυνάµεις θα µπουν στο ΣΜΕ µε νέα δυναµική. Η ελληνική µεταλλεία – µεταλλουργία διεθνοποιείται, παράγοντας προϊόντα υψηλής προστιθέµενης αξίας.

Το 1963, ιδρύεται από τον Πρόδρομο Αθανασιάδη Μποδοσάκη η ΛΑΡΚΟ, το συγκρότημα που θα αξιοποιούσε τα ελληνικά σιδηρονικελιούχα μεταλλέυματα (λατερίτες) με την εγκατάσταση και λειτουργία (1966) αντίστοιχης μεταλλουργίας. Ανοίγει νέα λαμπρή σελίδα για την μεταλλευτική-μεταλλουργική βιομηχανία της χώρας και το ΣΜΕ.

Το 1964, ο Γεωρ. Λ. Μπάρλος, ιδρύει τη Μεταλλευτική Εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Ελικώνος».

Στη Γ.Σ. του 1964 ο απερχόμενος πρόεδρος του ΣΜΕ Β. Πετρογιάννης αναρωτάται γιατί εξαρθρώθηκε η ελληνική παραγωγή σιδηρομεταλλεύματος, τονίζοντας «Άλλα κράτη ως η Γαλλία, αξιοποιούν κοιτάσματα ως αυτό της Λωραίνης, το οποίον ουχ ήττον έχει περιεκτικότητα 32% μόνον εις σίδηρον, αντί του θεωρούμενου ως απορριπτέον ιδικού μας το οποίον κυμαίνεται από 35-48%». Δυστυχώς η ελληνική παραγωγή σιδηρομεταλλεύματος, έκτοτε, θα μείνει στην ιστορία. 

Το 1965, απασχολούν το Σύνδεσμο εντονότατα τα θέµατα των κλαδικών συµβάσεων των εργαζοµένων του χώρου του και το µεγάλης σηµασίας θέµα της εξόφλησης των δανείων που πήραν οι µεταλλευτικές επιχειρήσεις µε το σχέδιο Marshal. Οι µεταλλευτικές επιχειρήσεις, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Πεπραγµένων του ∆.Σ. προς τη Γ.Σ. του ΣΜΕ του 1966, «ενώ έχουν εξοφλήσει το οφειλόµενο ποσό των δανείων, λόγω της αναπροσαρµογής του δολαρίου, που είχε ως συνέπειαν τον διπλασιασµόν και τριπλασιασµόν του συµβατικού επιτοκίου, εξακολουθούν να οφείλουν ποσόν κατά πολύ υπέρτερον των συναφθέντων δανείων». Ο Σύνδεσμος ζητά «ταχέας ρυθµίσεις κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς η παροχή των δανείων Μάρσαλ προς αντιστοίχους κλάδους, εγένετο άνευ της ρήτρας δολαρίου».
Δυστυχώς, το αίτημα αυτό δεν υποστηρίζεται από την πολιτεία.

Το 1968, ο ΣΜΕ γίνεται μέλος του ΣΕΒ. Την ίδια χρονιά θέτει ως στόχο την παράταση ισχύος των διατάξεων περί μισθώσεων δημοσίων μεταλλείων και του «θεμιτού μισθώματος των μεταλλείων» χωρίς περαιτέρω αύξηση. 

Την ίδια χρονιά ιδρύεται η εταιρεία «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου», ενώ το 1969 ξεκινά από τη ΔΕΗ Α.Ε η εκµετάλλευση του λιγνιτικού κοιτάσµατος της Μεγαλόπολης, δίνοντας τη δυνατότητα στα επόµενα χρόνια να λειτουργήσουν οι δύο πρώτες µονάδες του ΑΗΣ Μεγαλόπολης, ισχύος 250 ΜW. Η συµβολή της εξορυκτικής βιοµηχανίας στην ανάπτυξη του τόπου, παίρνει νέα διάσταση.

Με νέο Δ.Σ. υπό την προεδρεία του Μ. Σκαλιστήρη η Γ.Σ. αποφασίζει «την εντονοτέρα προβολή του κλάδου και των δραστηριοτήτων του προς όλας κατευθύνσεις, πρέπει να γίνει ευρέως γνωστόν το γεγονός ότι οι μεταλλευτικές επιχειρήσεις αποτελούν ένα εκ των βασικότερων στοιχείων της υγιούς οικονομίας της χώρας μας» (Γράφεται στα πρακτικά)
Την ίδια περίοδο ο κ. Μ. Σκαλιστήρης ιδρύει «Α.Ε. Επιχειρήσεων Μεταλλευτικών και Ναυτιλιακών (FIMISCO)», ως διάδοχο σχήμα της Α.Ε. «Επιχειρήσεων εν Ελλάδι» του Δ. Σκαλιστήρη. Η FIMISCO μεγένθυνε σε πολύ υψηλά επίπεδα, διεθνώς συγκρίσιμα, την εξόρυξη λευκόλιθου από τη Β. Εύβοια και την παραγωγή μαγνησιακών προϊόντων, ιδιαίτερα των πυρίμαχων και της διπύρου μαγνησίας.
Το 1973, αναλαμβάνει νέος πρόεδρος του ΣΜΕ ο Α. Αθανασιάδης.

Σε ό,τι αφορά στην Ελληνική Μεταλλεία, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η ΑΕΕΧΠ&Λ κατασκευάζει στην παραλία του Στρατωνίου εργοστάσιο εµπλουτισµού και ξεκινάει την παραγωγή και επεξεργασία µικτών θειούχων συµπυκνωµάτων. Παράλληλα, από το 1972, αρχίζει η εκµετάλλευση του µεταλλείου µικτών θειούχων της Ολυµπιάδας. Το 1976, κατασκευάζεται το νέο εργοστάσιο εµπλουτισµού στην Ολυµπιάδα, οπότε τα προϊόντα της εκεί µεταλλευτικής δραστηριότητας, µεταφέρονται έτοιµα προς φόρτωση στο Στρατώνι.

Περίοδος 1974-2000 (ΙΙΙ)

Το 1974, γίνεται παρέμβαση του ΣΜΕ για άρση περιορισμών στο ύψος της ετήσιας παραγωγής βωξίτη. Αυτό ίσχυε για να διασφαλιστούν τα απαιτούμενα αποθέματα για την εύρυθμη λειτουργία της εγχώριας μεταλλουργίας. Ο Σύνδεσμος προβάλει έντονα τα επιχειρήματα του για τις μεγάλες παραγωγικές δυνατότητες των βωξιτικών εταιρειών. Οι περιορισμοί αίρονται, η παραγωγή βωξίτη καθορίζεται στους 3.500.000 τόνους/έτος, ως ανώτατο όριο. Χάρη στην παρέμβαση του Συνδέσμου, έκτοτε η παραγωγή βωξίτη υπερβαίνει τους 2.300.000 τόνους/έτος, καθιστώντας τη χώρα μας μία από τις μεγαλύτερες βωξιτοπαραγωγούς στον κόσμο.

Την ίδια εποχή ο ΣΜΕ, για πρώτη φορά προβάλλει το θέμα της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος που χρησιμοποιείται από ηλεκτροβόρες μεταλλουργικές βιομηχανίες τονίζοντας την ανάγκη να έχουν ανταγωνιστικό κόστος παραγωγής. Τότε παρεξηγήθηκε από το σύνολο του πολιτικού κόσμου και άλλων φορέων. Τώρα, στην αποβιομηχανοποιημένη Ευρώπη, όλοι ψάχνουν την λύση στο πρόβλημα.

Το 1975, ιδρύεται η εταιρεία «ΔΕΛΦΟΙ – ΔΙΣΤΟΜΟΝ ΑΜΕ» από τον όμιλο Αλουμίνιον της Ελλάδος, απορροφώντας τις εταιρείες «Βωξίται Δελφών» και «Ελληνικοί Βωξίται Διστόμου».

Το 1981, γίνεται η σύνδεση Ελλάδας-ΕΟΚ. Ο ΣΜΕ αμέσως αντιλαμβάνεται τους νέους ρόλους που πρέπει να αναλάβει. Γίνεται κατ’ αρχάς μέλος της Eurometaux » και στη συνέχεια της «Euromines», Ευρωπαϊκών Συνδέσµων Μετάλλου και Εξορυκτικών ∆ραστηριοτήτων αντίστοιχα.

Στη Γ.Σ. του 1981, εκλέγεται νέο Δ.Σ. με Πρόεδρο τον Πάρη Κυριακόπουλο της ΑΕΕ Αργυρομεταλλευμάτων και Βαρυτίνης.
Το 1986, εκδίδεται ο νόμος 1650 με τον οποίο ξεκινά η περιβαλλοντική αδειοδότηση όλων των έργων με υποχρέωση υποβολής της αντίστοιχης Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Ξεκινά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένας ορυμαγδός παραγωγής περιβαλλοντικής νομοθεσίας που εγκρίνεται από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά όργανα, αλλάζοντας τα πάντα σε σχέση με την αδειοδότηση και τη λειτουργία των έργων, επηρεάζοντας πρώτιστα την ευάλωτη εξορυκτική δραστηριότητα. 

Εκδίδεται και η ΚΥΑ 69269/1990, με την οποία ενσωματώνονται ευρωπαϊκές οδηγίες και ολοκληρώνεται η περιβαλλοντική αδειοδότηση. Ο Σύνδεσμος αντιτίθεται έντονα. Στην έκθεση πεπραγμένων του Δ.Σ. της ίδιας χρονιάς αναφέρεται ότι «το υποβαλλόμενο σχέδιο ΚΥΑ περιέχει ρυθμίσεις αδικαιολόγητα δυσμενείς για τον κλάδο μας, ακόμη και καθ’ υπέρβαση των διατεταγμένων αντίστοιχων οδηγιών».

Έτσι αρχίζει η περιπέτεια της αδειοδότησης των εξορυκτικών έργων, με άμεση συνέπεια τη συρρίκνωση επενδύσεων σε νέα εξορυκτικά έργα. Έκτοτε, αποτελεί μόνιμο αίτημα του ΣΜΕ, η απλοποίηση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης έργων.

Το 1988, συγκροτείται από το τότε «ΥΒΕΤ» (σημερινό ΥΠΑΝ), επιτροπή επεξεργασίας θέσεων για την υιοθέτηση κοινής μεταλλευτικής πολιτικής από την Κοινότητα, ώστε να σταματήσουν οι πολλαπλές αντιφάσεις που είναι εις βάρος της Ευρωπαϊκής Εξορυκτικής Βιομηχανίας. Ο Σύνδεσμος προσωρινά δικαιώνεται. Μάλιστα, μετά από πιέσεις του, το θέμα τίθεται από την Ελληνική Προεδρεία της ΕΟΚ, για τη μείωση του βαθμού εξάρτισης της κοινότητας από εισαγωγές ΟΠΥ. Οι εύκολες όμως εποχές των φτηνών πρώτων υλών από τρίτες χώρες και η ευμάρεια των μη παραγωγικών δραστηριοτήτων, δεν ευνοούν μια τέτοια πολιτική.

Την 1η Μαρτίου του 1988, η τρομοκρατία χτυπά και τη δική μας πόρτα. Από τη 17 Νοέμβρη δολοφονείται ο επί σειρά ετών πρόεδρος του ΣΜΕ Α. Αθανασιάδης.

Διεθνείς ανακατατάξεις στις αγορές ΟΠΥ, τεράστιες αλλαγές στη νομοθεσία που διέπει τις εξορυκτικές επιχειρήσεις, σκληρό πολιτικοκοινωνικό περιβάλλον και συσσωρευμένα οικονομικά προβλήματα, τα προσεχή χρόνια, οδηγούν δύο μεγάλες εταιρείες του κλάδου, την ΑΕΕΧΠ&Λ και τη FIMISCO σε εκκαθάριση και τις περιοχές Στρατωνίου και Μαντουδίου σε πολύχρονο μαρασμό.

Παρόλα αυτά, παρά τις τεράστιες αλλαγές, η Ελληνική Εξορυκτική Βιομηχανία, προσαρμόζεται, ανασυντάσσεται και αντιμετωπίζει με απόλυτη επιτυχία όλες τις νέες προκλήσεις, ενσωματώνει ακόμη και τη σκληρή γραφειοκρατία της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και προχωρά προς τα εμπρός.

Στα πλαίσια της υλοποίησης διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 92/43 για την διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας ξεκινούν οι εργασίες προσδιορισµού του δικτύου Natura 2000. Το ∆ίκτυο Natura, τα επόµενα χρόνια ολοκληρώνεται, δεσµεύοντας ένα πολύ µεγάλο µέρος της χώρας. Εντός αυτών των περιοχών, ένα πολύ σηµαντικό τµήµα του ορυκτού πλούτου εγκλωβίζεται. Η αδειοδότηση εξορυκτικών έργων εντός προστατευόµενων περιοχών θεωρείται σχεδόν αδύνατη.

Περίοδος 2000-2014 (ΙV)

Στη Γ.Σ. τον Ιούνιο του 2000, αποφασίζονται ως άμεσης προτεραιότητας δράσεις όπως:
• Αντιµετώπιση από κοινού µε τους Ευρωπαϊκούς Εταίρους της συνεχούς παραγωγής περιβαλλοντικής νοµοθεσίας από την Ε.Ε. και των συνεπειών της στις εξορυκτικές δραστηριότητες.
• Ισχυροποίηση της εικόνας του ΣΜΕ- Προβολή του κλάδου σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο 

Δεν έφταναν τα νέου τύπου προβλήματα για την εξορυκτική βιομηχανία, έχουμε και το άρθρο 24 του νέου Συντάγματος περί προστασίας περιβάλλοντος. 

Ο ΣΜΕ διαβλέποντας τα προβλήματα που θα δημιουργηθούν για την ανάπτυξη της χώρας από το άρθρο αυτό και από τις συνήθεις «αδόκιμες» ερμηνείες, προσπαθεί να πείσει την πολιτική ηγεσία για τροποποίησή του. Τότε, λίγοι άκουσαν, στη συνέχεια πολλοί «τράβηξαν τα μαλλιά τους», σήμερα 14 χρόνια μετά, αποτελεί ζητούμενο.

Το 2000, μεταβιβάζονται στην εταιρεία ΕΛΜΙΝ Α.Ε. οι μεταλλευτικές παραχωρήσεις της «Βωξίται Ελευσίνος». Έτσι, αναβιώνει και πάλι η εκμετάλλευση βωξίτη στην περιοχή της Οίτης, ενώ αναπτύσσεται περεταίρω η μεταλλεία στη Γκιώνα. 
Σταθμό αποτελεί για την εξορυκτική βιοµηχανία αλλά και συνολικότερα για την ευρωπαϊκή βιοµηχανία, η Σύνοδος Κορυφής της Ε.Ε. τον Ιούνιο του 2001 στο Götenborg και οι διακηρύξεις της περί Βιώσιµης Ανάπτυξης. Σχεδιάζεται µια νέα Στρατηγική Ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αποβλέπει στην ταυτόχρονη βελτίωση όλων των δραστηριοτήτων και των αποτελεσµάτων τους και στους τρείς πυλώνες της: Οικονοµία, Περιβάλλον, Κοινωνία. Αυτή η στρατηγική υπαγορεύει στο εξής, τόσο την Ευρωπαϊκή όσο και την Εθνική Νοµοθεσία, επιβάλλοντας αντίστοιχο τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Προς εναρμόνιση των ευρωπαϊκών περιβαλλοντικών οδηγιών, εκδίδεται ο νόμος 3010/2002 και η ΚΥΑ 15393, δίνοντας τη χαριστική βολή σε οποιαδήποτε ισχνή διάθεση αδειοδότησης νέων έργων. Απαιτούνται περί τις 80 διαφορετικές εγκρίσεις και περίπου 4 χρόνια (εκτός απροόπτου προσφυγών), για να δοθεί το μεγάλο «ναι» ή το μεγάλο «όχι» σε ένα έργο. Μνημείο γραφειοκρατίας και διεθνές παράδειγμα προς αποφυγήν.

Παράλληλα με όλα αυτά, αρχίζουν οι έντονες αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών και ΜΚΟ για τα εξορυκτικά ή γενικότερα τα βιομηχανικά έργα, με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος. Το ΝΙΜΒΥ που επικρατεί σε όλη την Ευρώπη, προσαυξημένο με τις ελληνικές υπερβολές, φτάνουν πολλές φορές σε ακραίες καταστάσεις. Η πολιτεία, για μία ακόμη φορά, παραμένει απλός θεατής.

Έκτοτε, ο Σύνδεσμος βγαίνει προς τα έξω, με συνέχεια και συνέπεια, διοργανώνει πάμπολλες ημερίδες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη και Περιφέρεια, με βασικά θέματα «Ανάπτυξη-Περιβάλλον-Τοπικές Κοινωνίες». Τονίζεται σε όλους τους τόνους ότι «περιβάλλον και ανάπτυξη δεν είναι αντιτιθέμενοι όροι» και ότι οι ορυκτοί πόροι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καθημερινή ζωή.

Προκειμένου να διαδώσει τις απόψεις του αυτές, ο Σύνδεσμος μετά από συνεννόηση με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, δηµιουργεί ειδικό poster, αφιερωµένο στα βασικά ορυκτά της χώρας µας και τη χρησιµότητά τους. Με έξοδα του ΣΜΕ, αποστέλλεται σε 10.000 σχολεία, προκειµένου να αποτελέσει αντικείµενο ειδικής εκπαίδευσης, µε βάση αντίστοιχες οδηγίες που εκπονεί το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Επίσης, µοιράζεται σε φορείς ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης, σε Κοινότητες, ∆ήµους, Νοµαρχίες και Περιφέρειες περιοχών που έχουν εξορυκτική δραστηριότητα, σε σχολές γεωεπιστηµών και σε τοπικά γραφεία ΤΕΕ. Δυστυχώς, σε πολλά σχολεία το παιδαγωγικό αυτό υλικό δε λειτούργησε επειδή οι δάσκαλοι των σχολείων αυτών, ισχυρίστηκαν ότι οι ορυκτοί πόροι και η αξιοποίησή τους, είναι ένα αντικείμενο που διχάζει την ελληνική κοινωνία!!

Το Μάιο του 2004, ο Σύνδεσμος γιορτάζει τα 80 του χρόνια στέλνοντας το μήνυμα ότι η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, στηρίζει την ανάπτυξη και πρέπει να είναι βασική προτεραιότητα της χώρας. Αυτό, σε συνδυασμό με τη λήψη μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την έμπρακτη συμμόρφωση των εταιρειών του ΣΜΕ με τις απαιτήσεις και τις ευαισθησίες της κοινωνίας. Στόχος, πρώτα και κύρια, πρέπει να είναι η απόκτηση της «κοινωνικής άδειας», δηλαδή της κοινωνικής αποδοχής των έργων μας.

Την ίδια χρονιά, επαναλειτουργούν τα µεταλλεία Κασσάνδρας, από τη νέα εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.». Αναβιώνει η εκμετάλλευση μεικτών θειούχων στην περιοχή και ξεκινά η προσπάθεια αδειοδότησης για τη λειτουργία πολυμεταλλικής μεταλλουργίας. 

Ξεκινά από την πολιτεία, μετά από πολύχρονες καθυστερήσεις, διάλογος για την κατάστρωση Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου και Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για τη βιομηχανία. Μέχρι που αυτά να υλοποιηθούν και να αποτελέσουν κανονιστικές ρυθμίσεις περνούν 4 χρόνια. Ο ΣΜΕ προβάλλει τη θέση του παντού, προς την πολιτική ηγεσία, τη ∆ηµόσια ∆ιοίκηση και τους εµπλεκόµενους φορείς ότι δηλαδή ο χωροταξικός σχεδιασµός της χώρας οφείλει να λάβει υπόψη του τη µεγάλη βαρύτητα που έχει η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου γι’ αυτήν και να συµπεριλάβει τις χωρικές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν την εξορυκτική δραστηριότητα. 

Τα τελευταία 40 χρόνια, οι εταιρείες µέλη του Συνδέσµου έχουν επιδοθεί σε µία συνεχή και επίπονη προσπάθεια βελτίωσης των συνθηκών εργασίας, αέναου εκσυγχρονισµού των µέσων εργασίας και των ατοµικών µέσων προστασίας. Εγκαθιστούν και εξελίσσουν ολοκληρωµένα συστήµατα ασφάλειας και πρόληψης ατυχηµάτων, παράλληλα µε τη συνεχή εκπαίδευση-επιµόρφωση των εργαζοµένων τους. Βασικός στόχος αυτής της προσπάθειας, είναι ο µηδενισµός των ατυχηµάτων. Όσο και αν φαίνεται «ουτοπικό», εταιρείες µέλη του Συνδέσµου, κατορθώνουν να µηδενίσουν τα ατυχήµατά τους για µία ή περισσότερες συνεχείς χρονιές. Απέχουµε από την επίτευξη του στόχου, αλλά οι προσπάθειες συνεχίζονται.

Τα πράγματα αλλάζουν, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατανοεί τη γεωστρατηγική σημασία των ΟΠΥ, κατανοεί μετά από πολλά χρόνια ότι ανάπτυξη χωρίς εξασφάλιση ΟΠΥ δεν υπάρχει και ότι ο εφοδιασμός με αναγκαίες πρώτες ύλες της ευρωπαϊκής κοινωνίας, κάθε άλλο παρά, είναι εξασφαλισμένος. 

Το Νοέµβριο του 2008, υιοθετείται µε πρωτοβουλία του Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής G. Verheugen και µετά από ευρεία ανοιχτή διαβούλευση µε όλους τους ενδιαφερόµενους, µια ιδιαίτερα σηµαντική νέα Ευρωπαϊκή πολιτική µε τίτλο: «Πρωτοβουλία για τις πρώτες ύλες – κάλυψη των ουσιωδών αναγκών µας, για ανάπτυξη και απασχόληση στην Ευρώπη (Raw Materials Initiative)».

Η πρωτοβουλία προτείνει µια ευρωπαϊκή στρατηγική που να διασφαλίζει την πρόσβαση στους αναγκαίους για τη βιώσιµη ανάπτυξη της Ευρώπης φυσικούς πόρους, τόσο από ευρωπαϊκές όσο και από τρίτες χώρες και προωθεί την οικοαποδοτικότητα στη χρήση των πόρων αυτών, έναντι της σηµερινής κατασπατάλησης τους. Έτσι, επανέρχεται στο προσκήνιο ο «ξεχασµένος» και «παρεξηγηµένος» κλάδος των µη ενεργειακών πόρων, βάζοντας επί τάπητος την ανάγκη δηµιουργίας συγκροτηµένης στρατηγικής και συγκεκριµένης ευρωπαϊκής πολιτικής σε σχέση µε τους ορυκτούς φυσικούς πόρους, ώστε να χρησιµεύσει ως εργαλείο στήριξης της ανάπτυξης και της βιωσιµότητας, σε βάθος χρόνου, της ευρωπαϊκής οικονοµίας.

Παράλληλα µε όλα αυτά ο Σύνδεσµος το 2008 ξεκινά επικοινωνιακή καµπάνια µε στόχο την ανάδειξη στο ευρύ κοινό, της σηµασίας των ορυκτών στην καθηµερινή ζωή, με το χαρακτηριστικό logo «ΓΥΡΩ ΓΥΡΩ ΟΛΑ: τα ορυκτά αγκαλιάζουν τη ζωή μας».

Το 2010 αποτελεί µία µοναδική, αρνητική χρονιά στην ιστορία της χώρας µας. Τα χρόνια προβλήµατα και οι πάσης φύσεως παθογένειες, οδηγούν την Ελλάδα στα όρια της χρεωκοπίας και σε µία µεγάλων διαστάσεων οικονοµική και κοινωνική κρίση. Τεράστια δηµοσιονοµικά ελλείµµατα οδηγούν την Ελληνική Οικονοµία σε βαθιά ύφεση, µε κύριο αντίκτυπο τη µεγάλη αύξηση της ανεργίας. Στο σύνολό της, η ελληνική βιοµηχανία εισέρχεται σε µία πενταετία, όπου η οικονοµική αβεβαιότητα, η έλλειψη ρευστότητας και τα προβλήµατα χρηµατοδότησης από τις παραπέουσες ελληνικές τράπεζες, αποτελούν καθηµερινή πραγµατικότητα. Οι εταιρείες του ΣΜΕ επιδεικνύουν σηµαντικές ικανότητες προσαρµογής στα νέα οικονοµικά δεδοµένα. Παρά το ότι καθ’ όλη την κρίση (2009-2014), τα εξορυκτικά προϊόντα που απευθύνονται στην εσωτερική αγορά πέφτουν σε απίστευτα χαµηλά επίπεδα ζήτησης, τα προϊόντα που απευθύνονται στη διεθνή αγορά έχουν σηµαντική απήχηση (ιδιαίτερα µετά το 2009) και κρατούν ψηλά τον εξορυκτικό – µεταλλουργικό κλάδο (µεταλλεύµατα, µέταλλα, µάρµαρα, βιοµηχανικά ορυκτά). Η Ελληνική εξορυκτική-µεταλλουργική βιοµηχανία, κατορθώνει να σταθεί όρθια και να συνεχίσει τη σοβαρή παραγωγική της δραστηριότητα. Αποτελεί το µοναδικό κλάδο της Ελληνικής Οικονοµίας, που διατηρεί σχεδόν στο ακέραιο τις παραγωγικές του δοµές και το ανθρώπινο δυναµικό του. 

Ο ΣΜΕ ξεκινά µία µοναχική προσπάθεια, εν µέσω κρίσης, να πείσει την πολιτική ηγεσία και άλλους συναρµόδιους φορείς για την αναγκαιότητα δηµιουργίας πλαισίου Εθνικής Πολιτικής Αξιοποίησης των Ορυκτών Πόρων. 

Ο Σύνδεσμος προβάλλει συνέχεια και σε κάθε ευκαιρία το αίτημα αυτό (επαφές με πολιτική ηγεσία, ημερίδες, άρθρα κτλ), επιβοηθούμενος και από τη Νέα Ευρωπαϊκή Πολιτική για τις Πρώτες Ύλες, που παίρνει μεγάλες διαστάσεις.

Ο τότε υφυπουργός ΠΕΚΑ κ. Ι.Μανιάτης, συστήνει επιτροπή αποτελούμενος από ΣΜΕ, ΙΓΜΕ, ΤΕΕ, ΓΕΩΤΕΕ και στελέχη του ΥΠΕΚΑ για την επεξεργασία Εθνικής Μεταλλευτικής Πολιτικής, την οποία ονόμασε «Εθνική Πολιτική Αξιοποίησης των ΟΠΥ».
Την ίδια χρονιά, μετά από πολλές παρεμβάσεις του Συνδέσμου που είχαν προηγηθεί, σε συνεργασία ΥΠΕΚΑ και ΣΜΕ, βγαίνει ο νέος Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ), με έντονα εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα. Ένα ακόμη χρόνιο αίτημα του Συνδέσμου ικανοποιείται. 

Το Σεπτέμβριο του 2011 εκδίδεται ο νόμος 4014/2011 που θέτει σε καλύτερες βάσεις την περιβαλλοντική αδειοδότηση των εξορυκτικών έργων.

Η διαμόρφωση «Εθνικής Πολιτικής Αξιοποίησης των ΟΠΥ» ολοκληρώνεται. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις των «γνωστών αντιδρώντων» για την ανάπτυξη του ορυκτού πλούτου και τις παλινωδίες µέρους του πολιτικού κόσµου και επιµέρους στελεχών της τότε κυβέρνησης, το Νοέµβριο του 2011, γίνεται αποδεκτή, από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ, η εργασία της Επιτροπής. Ο ΣΜΕ, σε συνεργασία µε στελέχη του ΥΠΕΚΑ, επιµελείται των κειµένων, τα οποία µεταφράζονται και στα Αγγλικά, όπως και της έκδοσης.

Στις 28 Φεβρουαρίου του 2012, ο τότε υφυπουργός ΠΕΚΑ κ. Ι. Μανιάτης, σε μεγάλη ημερίδα, παρουσία εκπροσώπων κομμάτων και διαφόρων φορέων εξαγγέλλει την «Εθνική Πολιτική Αξιοποίησης των ΟΠΥ». Εν μέσω του ορυμαγδού της κρίσης, σε πείσμα των καιρών, η Ελλάδα γίνεται το τέταρτο μέλος της Ε.Ε. που εξαγγέλλει μεταλλευτική πολιτική.
Η εξαγγελία της Εθνικής Πολιτικής για τις ΟΠΥ, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στην πολύχρονη πορεία του ΣΜΕ.